έντομο


έντομο
[эндомо] ουσ. о. насекомое,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "έντομο" в других словарях:

  • έντομο — το βλ. έντομος …   Dictionary of Greek

  • έντομο — το ζώο ασπόνδυλο της συνομοταξίας των αρθρόποδων, που το σώμα του διαιρείται με εντομές (από εδώ και το όνομα) σε τρία μέρη: το κεφάλι (με δύο κεραίες, δύο σύνθετα μάτια και έξι στοματικά μέρη), το θώρακα (με τρία ζευγάρια ποδιών και συχνά με δύο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μάντις — Έντομο της οικογένειας των μαντιδών, της τάξης των δικτυοπτέρων. Η επιστημονική της ονομασία είναι Μantis religiosa και αποτελεί τον μοναδικό αντιπρόσωπο του γένους Mantis. Έχει λεπτό σώμα πράσινου ή καφεκίτρινου χρώματος και μήκους 5 7 εκ., με… …   Dictionary of Greek

  • ψαλίδα — Έντομο της οικογένειας των φορφικουλιδών της τάξης των δερματόπτερων, γνωστό επιστημονικά ως φορφικούλη η ωτική. Πρόκειται για αρπακτικό έντομο, που γεννά τα αβγά του στο έδαφος και τα προσέχει ώσπου να εκκολαφθούν. * * * η / ψαλίς, ίδος, ΝΜΑ,… …   Dictionary of Greek

  • ασημόψαρο — Έντομο της οικογένειας των λεπισματιδών, της τάξης των θυσανούρων. Διαδεδομένο παντού, ελάχιστα όμως σε ψυχρές περιοχές, το έντομο αυτό έχει μήκος περίπου 12 χιλιοστά και σώμα πεπλατυσμένο. Ζει και μέσα σε σπίτια, όπου κατά κανόνα, εκτός από… …   Dictionary of Greek

  • Μαχάων — Έντομο της οικογένειας των παπιλιονιδών, της τάξης των λεπιδοπτέρων. Η επιστημονική ονομασία του είναι Papilio machaon. Πρόκειται για ημερόβια πεταλούδα, η οποία συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες της Ευρώπης, καθώς το μέγεθός της φτάνει τα 6,4 10… …   Dictionary of Greek

  • μαχάων — Έντομο της οικογένειας των παπιλιονιδών, της τάξης των λεπιδοπτέρων. Η επιστημονική ονομασία του είναι Papilio machaon. Πρόκειται για ημερόβια πεταλούδα, η οποία συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες της Ευρώπης, καθώς το μέγεθός της φτάνει τα 6,4 10… …   Dictionary of Greek

  • νεκροφόρος — Έντομο της οικογένειας των σιλφιδών της τάξης των κολεόπτερων. Παίζει σημαντικό ρόλο στην εξαφάνιση των νεκρών σωμάτων των μικρών ζώων, γιατί φροντίζει να σκάψει το χώμα και να τα θάψει. Αυτό το κάνει γιατί στα θαμμένα πτώματα αφήνει τα αυγά του… …   Dictionary of Greek

  • αφίδα — Έντομο κοινώς γνωστό ως ψείρα των φυτών ή σιταρόψειρα. Παρά πολλά είδη, που παίρνουν το όνομά τους από φυτά επάνω στα οποία αναπτύσσονται, ανήκουν στην οικογένεια των αφιδιδών η οποία υποδιαιρείται σε δύο υποοικογένειες: των αφιδινών και των… …   Dictionary of Greek

  • γρυλασπάλακας — Έντομο ορθόπτερο της οικογένειας των γρυλλοταλπιδών, που ζει σε ευρύτατες περιοχές της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, γνωστό κυρίως ως πατατοφάγος και κολοκυθοκόφτης από τους Έλληνες αγρότες. Το σώμα του φτάνει τα 6 εκ. και έχει καστανό σκούρο …   Dictionary of Greek